Η ουσία της υπόθεσης είναι τριπλή:
- Πρώτον, ο Τσίπρας επιχείρησε να κλείσει άμεσα κάθε συζήτηση περί ενδεχόμενης συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Η αναφορά του Σιακαντάρη στη γερμανική εμπειρία, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της, έδωσε πολιτικό χώρο στο ΠΑΣΟΚ να θέσει το ερώτημα: «Τι θα κάνει η ΕΛΑΣ μετά τις εκλογές;».
- Δεύτερον, ο τρόπος διαχείρισης δείχνει μια πιο συγκεντρωτική αντίληψη λειτουργίας. Η διατύπωση περί «αμοιβαίας απόφασης» διατηρεί χαμηλούς τόνους, αλλά το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: δημόσιες τοποθετήσεις που δημιουργούν ασάφεια στην κεντρική γραμμή δεν θα γίνονται ανεκτές.
- Τρίτον, το επεισόδιο αποκαλύπτει ένα διαχρονικό πρόβλημα των νέων πολιτικών σχηματισμών: όταν συνυπάρχουν πρόσωπα με διαφορετικές πολιτικές διαδρομές και κουλτούρες, η ανάγκη για ενιαίο λόγο γίνεται πολύ πιο πιεστική.
Πολιτικά, ο Τσίπρας φαίνεται να επιδιώκει τρεις στόχους ταυτόχρονα:
- Να κατοχυρώσει σαφές αντιδεξιό στίγμα.
- Να μην αφήσει το ΠΑΣΟΚ να τον εμφανίσει ως εν δυνάμει εταίρο της ΝΔ.
- Να δείξει στα στελέχη ότι η δημόσια εκπροσώπηση του κόμματος προϋποθέτει αυστηρή πειθαρχία.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη ανάγνωση: όσο αυστηρότερη γίνεται η κομματική πειθαρχία σε ένα νεοσύστατο κόμμα, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η ένταση ανάμεσα στην πολυσυλλεκτικότητα και στην ανάγκη για ενιαία στρατηγική. Το αν η υπόθεση Σιακαντάρη θα μείνει μια μεμονωμένη περίπτωση ή θα αποτελέσει πρότυπο λειτουργίας για την ΕΛΑΣ, θα φανεί τους επόμενους μήνες.
Από επικοινωνιακή άποψη, η φράση «δεν ήταν και δεν είναι στέλεχος της ΕΛΑΣ» ήταν ίσως η πιο ισχυρή πολιτική κίνηση της υπόθεσης: έκλεισε αμέσως τη συζήτηση, αλλά ταυτόχρονα έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς το εσωτερικό του κόμματος ότι η πολιτική γραμμή καθορίζεται αποκλειστικά από την ηγεσία.