Με τις ψήφους της κυβερνητικής πλειοψηφίας
εγκρίθηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών με τον βαρύγδουπο τίτλο περί «ενίσχυσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης» και «βελτίωσης της λειτουργίας του Δημοσίου». Πίσω όμως από τις διακηρύξεις, η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών αποκαλύπτει μια ακόμη μεταρρύθμιση που σχεδιάστηκε χωρίς επαρκή προετοιμασία και χωρίς ουσιαστική μέριμνα για τις πραγματικές ανάγκες των σχολικών μονάδων.
Η μεταφορά των αρμοδιοτήτων απευθείας στους Δήμους παρουσιάστηκε ως απλοποίηση διαδικασιών. Στην πράξη, όμως, σε όσους δήμους εφαρμόστηκε ήδη, το αποτύπωμα είναι προβληματικό: ανισότητες στη χρηματοδότηση, καθυστερήσεις στην κάλυψη βασικών αναγκών και σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο οι σχολικές μονάδες μπορούν να λειτουργούν απρόσκοπτα.
Δεν είναι τυχαίο ότι, με την έναρξη της συζήτησης στη Βουλή, ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών
αναγκάστηκε να ανακοινώσει βελτιωτική τροποποίηση, προβλέποντας ξεχωριστούς κωδικούς για τις δαπάνες των σχολείων, προκειμένου να αποφευχθούν καθυστερήσεις από τις χρονοβόρες διαγωνιστικές διαδικασίες των ΟΤΑ. Η τροποποίηση αυτή συνιστά έμμεση παραδοχή ότι το αρχικό σχήμα δεν επαρκούσε.
Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει: η χρηματοδότηση για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των σχολικών μονάδων είναι μειωμένη, την ώρα που οι δήμοι καλούνται να αναλάβουν αυξημένες ευθύνες χωρίς τους αναγκαίους πόρους. Η κυβέρνηση μεταφέρει αρμοδιότητες, αλλά δεν μεταφέρει αντίστοιχα και τα μέσα για την άσκησή τους.
Η παιδεία δεν μπορεί να λειτουργεί με λογιστικά τεχνάσματα και εκ των υστέρων διορθώσεις. Οι σχολικές μονάδες χρειάζονται σταθερό πλαίσιο, επαρκή χρηματοδότηση και σαφείς διαδικασίες. Διαφορετικά, η «μεταρρύθμιση» κινδυνεύει να καταγραφεί ως ακόμη ένα παράδειγμα μετακύλισης προβλημάτων από το κεντρικό κράτος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση — και, τελικά, στις πλάτες της σχολικής κοινότητας.